άστυ

Τίτλος δύο εφημερίδων. 1. Εβδομαδιαία γελοιογραφική εφημερίδα που εκδιδόταν από το 1885 έως το 1889 στην Αθήνα πρώτα από τον Μπ. Άννινο και στη συνέχεια από τον Θ. Άννινο. Με την εφημερίδα αυτή συνεργάστηκαν κατά διαστήματα ο Γ. Σουρής, ο Δ. Κόκκος, ο Μ. Μητσάκης, ο Γ. Δροσίνης κ.ά. Το Ά. ήταν ιδιαίτερα γνωστό για τις γελοιογραφίες του Θ. Άννινου που σατίριζαν με καυστικό τρόπο πρόσωπα και πράγματα της εποχής. Το 1890, και ύστερα από διακοπή ενός έτους, η εφημερίδα επανεκδόθηκε ως ημερήσια πρωινή τη φορά αυτή από τους Θ. Άννινο, Γ. Δροσίνη και Δ. Κακλαμάνο. Από το 1901 έως το 1907, οπότε και σταμάτησε να κυκλοφορεί, εκδιδόταν από τον Θ. Άννινο. 2. Ά. Νέον. Ημερήσια εφημερίδα με πολιτικό περιεχόμενο που εκδιδόταν ως πρωινή από το 1901 έως το 1907 από τον Δ. Κακλαμάνο και από το 1907 έως το 1919 από τον Γ. Πετροβίκη. Τα δύο τελευταία χρόνια της κυκλοφορίας της (1915-19) εκδιδόταν ως εσπερινή και σε μικρότερο σχήμα.
* * *
(-έως), το (AM ἄστυ, -έως, Α και -εος)
νεοελλ.
η πόλη (σε αντίθεση με τα προάστια και την ύπαιθρο)
αρχ.
1. η κατοικία, το ανάκτορο
2. η κάτω πόλη σε αντίθεση με την ακρόπολη
3. (για την Αττική) (ιδιαίτερα χωρίς άρθρο) η κυρίως πόλη σε αντίθεση με την ύπαιθρο
4. η Αθήνα σε αντίθεση με το Φάληρο και τον Πειραιά
5. πόλη από υλική θεώρηση, κτίσματα, δρόμοι, αγορά, σε αντίθεση με το έμψυχο υλικό.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. άστυ, γεν. άστεος (ιων. επικ. τ.) και άστεως (τ. αττικός, της τραγικής ποιήσεως και νεώτερος αναλογικά προς το πόλεως) προήλθε από Fάστυ, με σίγηση του αρχικού F- (πρβλ. βοιωτ. γεν. Fάστιος, αρκαδ. γεν. Fασστυ-όχω), μαρτυρείται δε πιθ. και στη Μυκηναϊκή ως wa-tu. Στην αρχαία εποχή χρησιμοποιήθηκε κατ' αντιδιαστολή προς τα αγρός, ακρόπολις, καθώς επίσης και προς το πόλις (που κατά κύριο λόγο χαρακτήριζε το έμψυχο υλικό της πόλεως), ενώ ειδικότερα δήλωνε την πόλη των Αθηνών (έναντι των προαστίων της: Φάληρο, Πειραιά κ.λπ.) Ετυμολογικά ο τ. άστυ αντιστοιχεί προς τα αρχ. ινδ. (βεδ.) rāstu «τόπος κατοικίας», πιθ. μεσσαπ. vastei, τοχαρ. Α' wast, το-χαρ. Β' ost «σπίτι» (τύποι που ανάγονται σε IE. *ụes- «μένω, περνώ τον καιρό μου, κατοικώ, διανυκτερεύω»). Έχει υποστηριχθεί ακόμη η άποψη ότι ο σχηματισμός αυτών των λέξεων στηρίζεται σε αρχ. ρήμα, που ανευρίσκεται στα αρχ. ινδ. vasati, «μένει», γοτθ. wisan «είναι, μένει», ελλην. αόρ. άεσα (βλ. αέσκω). Ανερμήνευτο παραμένει το α- του ελλην. τ. έναντι της εναλλαγής απαθούς-ετεροιωμένης βαθμίδας της ρίζας *ụes-, που κατά κανόνα επικρατεί στους αντίστοιχους IE. τύπους, γεγονός που οδήγησε στην υπόθεση αναγωγής του α- σε προελληνικό υπόστρωμα. Τέλος ανάλογο προς τον μορφολογικό σχηματισμό σε tu- του τ. άστυ εμφανίζουν και τα γοτθ. wists «φύση» (< *ụes-t-is, πρβλ. Εστία), αρχ. ιρλ. foss «ησυχία» (< *ụos-to-s) κ.λπ.
ΠΑΡ. αρχ. αστίτης, άστυρον.
ΣΥΝΘ. αστυνόμος
νεοελλ.
αστυΐατρος, αστυκλινική, αστυκτηνίατρος, αστυμηχανικός, αστυφύλαξ (-ακας), αστυφιλία, αστυχημικός
αρχ.-μσν.
αστυάναξ
μσν.
αστυπολίτης
αρχ.
αστόξενος, αστυβοώτης, αστυγείτων, αστυδρομούμαι, αστύθεμις, αστύνικος, αστυόχος, αστυπόλος, αστυάναξ. Ο τ. άστυ χρησιμοποιήθηκε και κατά την παραγωγή και σύνθεση κυρίων ονομάτων: Αστείος, Fαστίας, Fαστίνιος, Άστων, Faστούκριτος, Αστυάναξ, Αστυγένης, Αστυδάμας, Αστύδωρος, Αστυκλής, Αστυκράτης, Αστυκρέων, Αστυλαΐδας, Αστύλος, Αστύμαχος, Fαστυμεδόντιος, Αστυμέδων, Αστυμήδης, Αστύνομος, Αστύνους, Αστύξενος, Αστύοχος, Αστύπυλος, Αστυχαρίδης].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἄστυ — town neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άστυ — [асти] οοσ. о. город …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Νέον Άστυ — Ημερήσια αθηναϊκή εφημερίδα. Εκδόθηκε το 1901 και κυκλοφόρησε έως το 1907 με διευθυντή τον Δημ. Κακλαμάνο. Έπειτα τη διεύθυνση ανέλαβε ο Γερ. Πετροβίκης, που συνέχισε την έκδοσή της έως το 1919 …   Dictionary of Greek

  • ἄστει — ἄστυ town neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἄστυ town neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄστη — ἄστυ town neut nom/voc/acc pl ἄστυ town neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄστυλον — ἄστῡλον , ἄστυλος without pillar masc/fem acc sg ἄστῡλον , ἄστυλος without pillar neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστοῖν — ἄστυ town neut gen/dat dual (attic epic doric) ἀστός townsman masc gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστέων — ἄστυ town neut gen pl (epic doric ionic aeolic) ἀστή fem gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστύλου — ἀστύ̱λου , ἄστυλος without pillar masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστύλῳ — ἀστύ̱λῳ , ἄστυλος without pillar masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.